Οι δοκιμασίες αναπνευστικής λειτουργίας μπορούν να παρέχουν σημαντικές κλινικές πληροφορίες, ωστόσο δεν χρησιμοποιούνται σε μεγάλο βαθμό. Έχουν σχεδιαστεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορούν να ανιχνεύουν και να ποσοτικοποιούν ατέλειες και ανωμαλίες που αφορούν τη λειτουργία του αναπνευστικού συστήματος και να απαντούν σε ερωτήματα όπως τα ακόλουθα: Πόσο επηρεασμένη είναι η πνευμονική λειτουργία του ασθενούς; Υπάρχει κάποιος βαθμός απόφραξης των αεραγωγών και αν ναι, πόσο σοβαρός είναι; Υπάρχει ανταπόκριση στη χορήγηση βρογχοδιασταλτικών; Διαταράσσεται η ανταλλαγή των αερίων; Υπάρχει διαταραχή στη διάχυση του οξυγόνου από τις κυψελίδες προς το αίμα των πνευμονικών τριχοειδών; Ανταποκρίνεται ο ασθενής στη θεραπεία; Πόσο μεγάλος είναι ο κίνδυνος κάποιας χειρουργικής επέμβασης;
Ο λειτουργικός έλεγχος της αναπνοής, μπορεί επίσης να δώσει απαντήσεις
και σε άλλα κλινικά ερωτήματα όπως: Η δύσπνοια του ασθενούς προκαλείται από καρδιακή ή αναπνευστική δυσλειτουργία; Μπορεί ένας ασθενής με χρόνιο βήχα να υποκρύπτει άσθμα; Η παχυσαρκία επηρεάζει την πνευμονική λειτουργία του ασθενούς; Η δύσπνοια του ασθενούς μπορεί να οφείλεται σε αδυναμία των αναπνευστικών του μυών;